Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Πολιτισμικός Μαρξισμός

Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς, Δικηγόρος
O Μηδενισμός ως ιδεολογία συνιστά τον πυρήνα της σημερινής κοινωνικής πολιτικής και  διαμορφώσεως της κοινωνικής ιδεολογίας όπου οι οικονομικές ελίτ αντί να σέβονται και να αφουγκράζονται εν τοις πράγμασι τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν μονολιθικώς και στανικώς τα ιδιωτικά τους πρότυπα.
Εννοώ ότι η πραγμάτωση της Δημοκρατίας προϋποθέτει υγιείς προσωπικότητες και πεπαιδευμένους ανθρώπους, ειδάλλως (η δημοκρατία), συνιστά μόνον ένα στερεότυπο εκφραστικό κλισέ, όπου υπό  τον μανδύα της επίκλησής της, υποκρύπτεται επιμελώς το στυγνό δικτατορικό πρόσωπο, μίας συγκεκριμένης μειοψηφίας η οποία δυνάμει της νομής της εξουσίας την οποία κατέχει, επιβάλλει παντί τρόπω την γνώμη της προς την κοινωνία.
Η φαιά προπαγάνδα του συστήματος των οικονομικών ελίτ διοικεί αδυσώπητα προς πάσα κατεύθυνση χειραγωγεί τις μάζες, κατά το δοκούν, ασκώντας έμμεσα και χειρουργικά μία πρωτοφανή πλύση εγκεφάλου, δεν αντιπαρατάσσεται με επιχειρήματα αλλά με εκφραστικά ανεδαφικά κλισέ, εύπεπτα προς αναπαραγωγή, εν είδει εφήμερου συνθήματος προς την μάζα.
Δηλαδή, φασίστας, συντηρητικός, ομοφοβικός, μισαλλόδοξος, ξενοφοβικός, η επιβολή σιγής προς την διαφορετική άποψη και η καθεστωτική δίωξη της διαφορετικής εκφοράς του λόγου, συνιστά την προεξάρχουσα έκφανση του ολοκληρωτισμού, πρόκειται δια μία νεοπαγή αστυνόμευση της σκέψης, δια επιμελώς μεθοδευμένων υποβολιμαίων αρρήτων μηνυμάτων, τα οποία εγχαράσσονται εις το υποσυνείδητό μας.
Εάν  ασκήσω δριμεία κριτική προς την αφίσα ενός πατέρα ενδεδυμένου γυναίκα με ένα κορίτσι στην αγκαλιά του, επισύρω την μήνη της μειοψηφίας των οικονομικά ισχυρών, με συγκεκριμένη αντίληψη, ωσαύτως, υπό την ίδια αντίληψη, η αξία της ζωής ενός έγχρωμου ανδρός είναι πιο σημαντική από ενός λευκού, ή εάν ο φυσικός αυτουργός μίας θανατηφόρας σωματικής βλάβης, είναι αστυνομικός, «συντηρητικός στις απόψεις» άνδρας, η κοινωνία τον αντιμετωπίζει διαφορετικά.
Η ανθρωπολογική Νέα Τάξη πραγμάτων, εγκαθιδρύει ένα κατασκευασμένο και δια της βίας , με αθέμιτα υποσυνείδητα μέσα, στερεότυπο τρόπο βίου, μίας μειοψηφίας η οποία απλώς έχει οικονομική ισχύ και ασεβώς, δίκην προοδευτισμού, εργαλειοποιεί τις ιδικές της διαθέσεις και ορέξεις, επιβάλλοντας την μάζα να τις αποδεχτεί επί ποινή δίωξης, κοινωνικού αποκλεισμού, λοιδορίας και κατασυκοφάντησης, προβάλλοντας ανεπαίσχυντα ένα ορισμένο κοινωνικό πρότυπο.
Ο ολοκληρωτισμός της ορθότητας των ελίτ, στραγγαλίζει την ελευθερία της σκέψης, τον πλουραλισμό, αναπαράγοντας εις την κοινωνία ψευδώνυμα πρότυπα καθ’ υπαγόρευση των τάσεων των ιθυνόντων νόων, εις βάρος την δημιουργικής σκέψεως των πολλών.
Ο φασισμός της επιβεβλημένης ομοιογένειας δήθεν χάριν της ισοπεδωτικής διαφορετικότητας, όζει σε ανελεύθερα καθεστώτα, όπως αυτά των εν Ελλάδι θιασωτών, του πάλαι ποτέ σιδηρούν παραπετάσματος της ουτοπίας του Μαρξισμού.
Ίσως η επιβολή της δήθεν ανοχής εις τα πλαίσια της καθοιονδήποτε τρόπο ποδηγετήσεως των μαζών, να συνιστά μία μορφή επίδειξη στυγνής εξουσίας προς τους αδύναμους απόρροια εσωτερικής πλήρωσης, ή νομιμοποίησης της εσωτερικής αδυναμίας των ισχυρών πασπαλισμένο με την χρυσόσκονη του προοδευτισμού, ίσως τα όρια μεταξύ πολιτικής επιστήμης και ψυχιατρικής θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν διακριτώς αλληλοπεριχωρούμενα.
ΠΗΓΗ : aktines

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Ο εθνικισμός των Σκοπίων και οι πρόθυμοι του ΣΥΡΙΖΑ

του Γ. Κοντογιώργη
Η λεγόμενη Συμφωνία των Πρεσπών είναι στην πραγματικότητα μια συνθήκη συνθηκολόγησης που μια χώρα υπογράφει μόνο μετά από μια ολική πολεμική ήττα. Όντως, η κυβέρνηση της Ελλάδας εκχωρώντας αμαχητί το σύνολο των απαιτήσεων που προέβαλε ο πιο ακραίος εθνικισμός της γείτονος έγινε οργανικός φορέας του. Παρέδωσε περισσότερα από όσα είχε αξιώσει ο Κίρο Γκλιγκόροφ.
Στο παρελθόν το ελληνικό κράτος γνώρισε πολλές ήττες οι οποίες ουσιαστικά οργανώθηκαν όλες στην Αθήνα. Η εθνική της ταυτότητα όμως, όσο και αν συρρικνωνόταν ο ελληνισμός, δεν ετέθη ποτέ υπό αμφισβήτηση. Με τη συνθηκολόγηση των Πρεσπών για πρώτη φορά εκχωρείται σε τρίτη χώρα ελληνική εθνική ταυτότητα. Διότι, η Μακεδονία δεν είναι πια μια απλή γεωγραφία, που μπορεί κανείς να την μοιράσει χωρίς πρόβλημα μεταξύ διαφόρων χωρών που κατοικούνται από τους λαούς τους.
Με το να αναγνωρίζεται εθνικό πρόσημο στη γεωγραφία της Μακεδονίας, το οποίο το μονοπωλεί μια μόνο εθνότητα, η οποία επιπλέον διεκδικεί τα ιμάτια του ελληνικού εθνικού κορμού, η εθνότητα αυτή μεταβάλλεται σε όχημα διαμοιρασμού του ελληνικού πολιτισμού, δηλαδή της εθνικής ταυτοτικής βάσης του ελληνισμού. Ο διαμοιρασμός αυτός δεν αφορά όπως νομίζεται μόνο την αρχαία ιστορία, αλλά το σύνολό της, αδιάπτωτα μέχρι τον 20ο αιώνα.
Το επιχείρημα της συνθηκολόγησης και του διαμοιρασμού του έθνους διατυπώθηκε στη Βουλή: «Δεν μας ενοχλεί» , είπε βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, «ο εθνικισμός των γειτόνων αλλά ο εθνικισμός των Ελλήνων». Πρέπει να κοντύνουμε λοιπόν το εθνικό μέγεθος των Ελλήνων για να μην ενοχλούν την «πολιτική ορθότητα» των εξωνημένων της ελλαδικής πολιτικής νομενκλατούρας.
Η ιδεολογία της συνθηκολόγησης
Το επιχείρημα αυτό, που εκφράσθηκε συγκεκριμένα από τη Συριζαία Αριστερά στην πράξη («να αναγνωρισθούν τα Σκόπια ως Μακεδονία ακόμη και χωρίς επιθετικό προσδιορισμό, με επισκέψεις υποστήριξης στη γειτονική χώρα, κλπ), συνοδεύεται από την άποψη που διατύπωσε σε μια αποστροφή του λόγου του ο Τσιπραίος πρωθυπουργός, ότι δεν δικαιούται να στερήσει από τον «άλλον» το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού.
Ως ιδεολογικά προδιατεθειμένος να αποτελέσει το όχημα στην υπηρεσία του εθνικισμού των γειτόνων, και μετά βεβαιότητος ως αμαθής, συγχέει το καθόλα εύλογο αυτό δικαίωμα με το εγχείρημα των Σκοπιανών όχι να αυτοπροσδιορισθούν με βάση το δικό τους εθνοτικό/ταυτοτικό ιδίωμα (λχ ως Σλαβομακεδόνες), αλλά με γνώμονα την ταυτότητα του γείτονά του, δηλαδή με την υφαρπαγή της δικής του ταυτότητας.
Εν προκειμένω η υφαρπαγή αυτή αφορά ένα σημαίνον μέρος της ελληνικής εθνικής ταυτότητας που ενσαρκώνει ο ιστορικός βίος των Ελλήνων της Μακεδονίας από την αρχαιότητα έως τις ημέρες μας. Με άλλα λόγια, οι Σκοπιανοί δεν αρκούνται στο δικό τους εθνοτικό/πολιτισμικό ιδίωμα, ουδέ καν σε εκείνο το μέρος του που βιώθηκε επί μακεδονικού εδάφους, ώστε να αυτοπροσδιορισθούν έστω ως Σλαβομακεδόνες. Διεκδικούν το σύνολο του πολιτισμικού κεκτημένου που εμπραγματώθηκε επί του μακεδονικού εδάφους.
Το διεκδικούν με τρόπο άμεσο, ιδιοποιούμενοι το μέρος του ελληνικού πολιτισμού που παρήχθη από τον ελληνισμό της Μακεδονίας, από την αρχαιότητα έως σήμερα (και όχι μόνο στην εποχή του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου). Το διεκδικούν όμως και κατά τρόπο έμμεσο, πλην όμως απολύτως σαφή, με την οικειοποίηση του όλου της Μακεδονίας ως θεμελίου του εθνικού τους ιδιώματος.
Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι τι διεκδικούν αυτοί. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας αφενός εκχωρεί την αρχαία ελληνική μακεδονική ιστορία με την επισήμανση ότι οι Σκοπιανοί δεν πρέπει να επιδεικνύουν «λαιμαργία» και να την διεκδικούν ολόκληρη («να αποδεχθούν ότι ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος δεν είναι μόνο δικοί τους» sic). Και αφετέρου, δεν δείχνει ότι ενοχλείται από το γεγονός ότι η βυζαντινή και η νεότερη ελληνική ιστορία της Μακεδονίας η σκοπιανή πλευρά θεωρεί ότι της ανήκει εξ ολοκλήρου.
Η άρνηση της κοινωνίας
Οι πρόθυμοι θεράποντες του εθνικισμού των γειτόνων με πρώτους τους χρήσιμους ηλίθιους της Αριστεράς, προσποιούνται ότι αγνοούν πως η σύνολη εθνική ταυτότητα συντίθεται από πλήθος επιμέρους ταυτοτικές/πολιτισμικές συλλογικότητες, τις οποίες εάν αρνηθείς είναι σαν να ακρωτηριάζεις το όλον του εθνικού σώματος. Ο Μακεδόνας Έλληνας, όπως ο Ηπειρώτης, ο Πελοποννήσιος, ο Κρητικός Έλληνας ανήκει στο έθνος των Ελλήνων ως Μακεδόνας Έλληνας κλπ. Δεν είναι απλώς Έλληνας.
Συγχρόνως, οι χρήσιμοι αυτοί ηλίθιοι της Αριστεράς, εμποτισμένοι με τα ιδεολογήματα της άλλοτε ολιγαρχικής και εφεξής βαθιά αντιδραστικής νεωτερικότητας (του Διαφωτισμού), αρνούνται να προσλάβουν το έθνος ως κοινωνικό φαινόμενο, συμφυές με τις κοινωνίες που συγκροτούνται με όρους ελευθερίας (οι ανθρωποκεντρικές κοινωνίες). Εμφανίζοντάς το ως «επινόηση» του κράτους, το στοχοποιούν ως μείζονα εχθρό τους, και μαζί του τον φυσικό του φορέα, την κοινωνία.
Η στοχοποίηση αυτή του έθνους και της κοινωνίας, αποκτά πολιτικές διαστάσεις στο μέτρο που η εθνική συλλογικότητα λειτουργεί ως η μήτρα της πολιτισμικής/πολιτικής συνοχής μιας κοινωνίας και επομένως ως η βάση της αντίστασής της ενάντια σε εκείνους που αξιώνουν την ηγεμονία της, την δήωσή της, εντέλει την ιδίω δικαιώματι νομή του κράτους.
Το μένος
Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η άρχουσα σήμερα Αριστερά εκδηλώνει τόσο μένος και τόση απέχθεια απέναντι σε μια κοινωνία που διεκδικεί ρόλο στα πολιτικά πράγματα. Η τσιπραία Αριστερά, όντας εθισμένη να διαχειρίζεται τον δημόσιο ως ιδιωτικό της χώρο, αλλεργιάζεται με την ιδέα ότι είναι δυνατόν η κοινωνία να μην συντάσσεται ως αγέλη πίσω από την ηγεσία της, δηλαδή τις αποφάσεις της.
Η κοινωνία ούτε δικαιούται ούτε είναι ικανή να έχει άποψη. Και στο ζύγι της αξιολόγησης η άποψη της κοινωνίας είναι εξ αντικειμένου αντιδραστική, οπισθοδρομική και επικίνδυνη. Την πρόοδο τη γνωρίζει εξ αποκαλύψεως και την εκφράζει αυθεντικά μόνο η κομματική νομενκλατούρα! Ακόμη και στα ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα του αξιακού συστήματος της κοινωνίας, η τελευταία δεν δικαιούται να έχει άποψη. Μόνο να ακολουθεί τους καθοδηγητές της (όπως η εθνική της ταυτότητα, αξιοπρέπεια ή ελευθερία κλπ).
Τούτο εξηγεί την οργή της τσιπραίας Αριστεράς απέναντι σε μια κοινωνία που ορθώνει το ανάστημά της στην ιδεολογική της εθελοδουλεία και στην αναίδεια της να βαφτίζει ως αριστερή πολιτική την φτωχοποίησή της, τον φασιστικό τρόπο του φέρεσθαι και την αλαζονική προσέγγιση της άρνησης της κοινωνίας να λειτουργήσει συντεταγμένη στο μαντρί της κομματοκρατίας («ετερόκλητος όχλος» κ.α.) .
Το διακύβευμα της συνθηκολόγησης
Η συνθηκολόγηση των Πρεσπών, θα έχει επίσης ολέθριες συνέπειες στη σταθερότητα της περιοχής και ιδίως για την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας. Διότι ως «έθνος των Μακεδόνων» που κατοικεί στο Βόρειο τμήμα της Μακεδονίας, δεν θα μπορεί κανείς να εμποδίσει τους Σκοπιανούς να εγείρουν διεκδικήσεις επί του συνόλου της Μακεδονίας, να ονειρεύονται την απελευθέρωση και των άλλων Μακεδόνων αδελφών. Το ανασφαλές και μικρό του κράτους αυτού δεν ακυρώνει τους κινδύνους, όπως νομίζεται. Αντιθέτως, θα ενθαρρύνει όσους αντλούν συμφέρονται από την περιοχή να διατηρούν ή να επαναφέρουν το ζήτημα αυτό. Μακάρι δε να μην γίνει το διακύβευμα αυτό μέρος της υφέρπουσας αντίθεσης μεταξύ βορείων και νοτίων στην εσωτερική πολιτική ζωή της Ελλάδας.
Από τη συνθηκολόγηση των Πρεσπών αναδεικνύεται τέλος η ενδημική αντίθεση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που δημιουργεί το φύσει αναντίστοιχο προς την πολιτική ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας. Μια αιρετή μοναρχία που ταυτοποιείται με το κράτος και τους κατόχους του, ενώ η κοινωνία διατηρείται εγκιβωτισμένη στην ιδιωτεία. Το σύστημα αυτό, καλεί να το λειτουργήσει ένα πολιτικό προσωπικό, το οποίο όπως μαρτυρεί η νεοελληνική ιστορία αποτελεί ξένο σώμα προς την κοινωνική συλλογικότητα.
Που επειδή η νομιμοποίησή του στα μάτια της κοινωνίας παραμένει μηδαμινή, έχει γαλουχηθεί με ιδεολογίες εθελοδουλείας, διαπλοκής και ιδιοποίησης του δημόσιου αγαθού. Που ακριβώς γι’αυτό αναζητεί νομιμοποίηση έξωθεν, για να αντιμετωπίσει την αμφισβήτηση της κοινωνίας. Την οποία κοινωνία σπεύδει να ενοχοποιήσει για τα δικά του πεπραγμένα. Προς την οποία ωστόσο τρέφει μια υψηλή περιφρόνηση, την διαχειρίζεται ως «ετερόκλητο όχλο» δηλαδή ως αγέλη. Το νέο της Συριζαίας Αριστεράς είναι ότι θεωρεί πως κατέχει ως μύστης της αυθεντίας την απόλυτη αλήθεια και ως «Μέγας Ιεροεξεταστής» το δικαίωμα να ταξινομεί ό,τι αντιτείνει στις αποφάσεις της έξω από τη δημοκρατική έννομη τάξη, ως κατ’ελάχιστον ακροδεξιό.
Ο φασισμός είναι τρόπος
Η διαχείριση της λαϊκής αντίθεσης στη συνθηκολόγηση από τον πρωθυπουργό με την προβολή από αυτόν του δόγματος ότι το «έθνος είμαι εγώ», συνομολογεί ότι η ελληνική χώρα ζει την καθόλα εκφυλισμένη εκδοχή της αιρετής μοναρχίας με τον πολιτικό τρόπο του φασισμού. Πριν από λίγες εβδομάδες, συνεκτιμώντας τον πολιτικό τρόπο της τσιπραίας διακυβέρνησης είχα πει ότι ο φασισμός είναι πρώτα τρόπος και μετά σύστημα.
Ο τρόπος που διαχειρίσθηκε το προχθεσινό συλλαλητήριο (αλλά και τα προηγούμενα), αν αθροισθεί με άλλες πολιτικές, όπως στο πεδίο της επιλεκτικής εφαρμογής του νόμου, της εκκόλαψης του αυγού του φιδιού της ανομίας, της στοχευμένης φτωχοποίησης ευρέων κοινωνικών στρωμάτων και της μεταβολής τους σε (επιδοματούχους) διακονιάρηδες της ζωής, η μεταβολή της πολιτικής ευτέλειας σε πολιτική κανονικότητα κατά τη διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων, οι σκοτεινές διαδρομές της με το παρακράτος του κράτους και των δυνάμεων του περιθωρίου, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα που λίγο απέχει από του να γίνει ο φασισμός από τρόπος σύστημα.
Η ανάγκη αλλαγής πολιτείας
Η συνθηκολόγηση στο μείζον Μακεδονικό Ζήτημα δεν αποκάλυψε απλώς το χαοτικό χάσμα που χωρίζει το ουσιώδες της άρχουσας πολιτικής τάξης από τη κοινωνία και το κοινό συμφέρον. Χάσμα που διασφαλίζει η λογική του πολιτεύματος που καθιερώνει το ίδιο το Σύνταγμα. Άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, τις συνέπειες του οποίου, η απλή εναλλαγή στην εξουσία δεν δύναται να θεραπεύσει.
Στον πυρήνα της, η κρίση που διέρχεται η ελληνική χώρα σήμερα, περισσότερο από ποτέ, δεν είναι ανατάξιμη, χωρίς μια αλλαγή πολιτείας. Μια αλλαγή, που θα υποχρεώνει θεσμικά την πολιτική τάξη να ακολουθεί εκ του σύνεγγυς την βούληση της κοινωνίας. Που θα μεταφέρει τη συνάντηση της κοινωνία με την πολιτική εντός της πολιτείας και όχι στους δρόμους και στις πλατείες. Που θα μεταβάλει εν ολίγοις το πολιτικό σύστημα, από αιρετή μοναρχία σε αντιπροσωπευτική πολιτεία.
Είναι πια καιρός η ελληνική κοινωνία να δραπετεύσει από τα ιδεολογικά δεσμά που ύφαναν από κοινού στο μυαλό της οι εντόπιοι και οι ξένοι κατακτητές της. Να αναλογισθεί τη σημασία της διερώτησης, αντί να διαδηλώνει στους δρόμους για να εμποδίσει την κυβέρνηση να βλάψει την ίδια και τη χώρα, να αξίωνε να συναινεί κατ’ελάχιστον για τις μείζονες αποφάσεις της.
Πιστεύει άραγε ότι το μίγμα της συμφωνίας για το Μακεδονικό Ζήτημα θα ήταν το ίδιο εάν έπρεπε να ερωτηθεί γι’ αυτό; Διερωτώμαι με τη σειρά μου γιατί δεν βρίσκει εξ ορισμού εφιαλτικό να εμπιστεύεται τις τύχες της, τις τύχες της χώρας, σε ένα άτομο, παραιτούμενη συγχρόνως από το ελάχιστο δικαίωμα του ελέγχου, της ανάκλησης, της συναίνεσής της στην καθημερινή πολιτική διαδικασία, να λειτουργεί εντέλει ως εντολέας.
Εάν η συνθηκολόγηση την οποία υπέγραψε η τσιπραία διακυβέρνηση, δεν την οδηγήσει στη συνειδητοποίηση ότι το πρόβλημα της χώρας είναι θεμελιωδώς πολιτικό, θα συνεχίσει μετά βεβαιότητος να απορεί για τα κοινωνικά απόβλητα που θα καλούνται να ορίσουν το μέλλον της, κυρίως όμως για τις επερχόμενες σε τελική ανάλυση καταστροφές που θα συσσωρεύουν στη χώρα οι νομείς της.


Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

Γιατί επιδόματα και όχι θέσεις εργασίας;


Για το 2019 μεγαλύτερη έμφαση στην "ελεημοσύνη" των κοινωνικά αδύναμων, παρά στην υποστήριξη της επανένταξης τους στην αγορά εργασίας δίδει η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τον προϋπολογισμό του Οργανισμού Προνοιακών Επιδομάτων (ΟΠΕΚΑ) και του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ) από τη μια μεριά και τον προϋπολογισμό του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) από την άλλη.
Συγκεκριμένα, τα κονδύλια για τις πάσης φύσεως προνοιακές παροχές το 2019 θα είναι υπερδιπλάσια(3,179 δις. Ευρώ) σε σχέση με τις παροχές για τους ανέργους εγγεγραμμένους του ΟΑΕΔ(1,453 δις. Ευρώ).
Η υποστήριξη του ΟΑΕΔ σε ένα άνεργο πχ με τη μορφή της ένταξης του σε ένα πρόγραμμα απασχόλησης μπορεί να χαρακτηρισθεί ως "ενεργητική" - με την έννοια ότι τον βοηθά να ενταχθεί στην αγορά εργασίας ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται και η πραγματική οικονομία.
Αντίθετα, μία προνοιακή παροχή έχει βασικά "παθητικό" ρόλο με την έννοια ότι δεν δίνει καμία εναλλακτική εργασιακή - επαγγελματική προοπτική στον ίδιο και την οικονομία, αλλά απλά και μόνο ανακουφίζει οικονομικά τον ίδιο και ενισχύει την καταναλωτική ζήτηση.
Τίθεται τα ερώτημα!
Γιατί η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ  επιλέγει την προνοιακή (επιδοματική) πολιτική που δεν ενισχύει την πραγματική οικονομία  σε σχέση με την υποστήριξη των προγραμμάτων απασχόλησης που ενισχύει την πραγματική οικονομία;
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Όπως είχαμε αποδείξει σε προηγούμενο άρθρο μας η κυρίαρχη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι η επιβολή της πολιτικής της Σχολής της Φρανκφούρτης  στην Ελλάδα και τους Έλληνες.
Ο στόχος της κομμουνιστικής εμπνεύσεως Σχολή της Φρανκφούρτης, (Frankfurter Schule) που ιδρύθηκε στη Φρανκφούρτη, από μπολσεβίκους το 1920 ήταν να εφαρμόσει τον κομμουνισμό στη Δύση, ήσυχα, με τη σταδιακή υπονόμευση του λαϊκού πολιτισμού - ένα κίνημα που είναι γνωστό ως Πολιτιστικός Μαρξισμός. 
Η Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν αφιερωμένη στην καταστροφή της Δύσης. Ένας από τους ιδρυτές της, ο Willi Munzenberg, δήλωσε ρητά ότι στόχος της ήταν να:
« ... οργανώσει τους διανοούμενους και να τους χρησιμοποιήσει για να κάνουν τον δυτικό πολιτισμό να βρωμάει. Μόνο τότε, αφού έχουν καταστραφεί όλες οι αξίες του και έχει γίνει η ζωή του αδύνατη, μπορούμε να επιβάλουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου».
Οι αξίες που δέχτηκαν τα περισσότερα κτυπήματα ήταν αυτές που χαρακτηρίζονται από την χριστιανική πίστη, που αποτελούσε τον υπ’ αριθμό ένα εχθρό της ιδεολογίας του Πολιτιστικού Μαρξισμού. Η εργασία και τα εξ αυτής προσποριζόμενα αγαθά αποτελεί σταθερή αξία του Χριστιανισμού. Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει σαφής εντολή του Θεού:
ἐν τῷ ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου θέλεις τρώγει τὸν ἄρτον σου 
(Γέν. 3:19)
Στην Καινή Διαθήκη επαναλαμβάνεται το αυτό:
τοῦτο παρηγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω.
(Β Θεσ. 3:10)
Πουθενά το Ευαγγέλιο δεν εκφράζει την αποδοχή του σε πρακτικές επιδοματικής πολιτικής εκ μέρους των αρχόντων προς τον λαό, αλλά αποδέχεται μόνο την τίμια εργασία.
Σύμφωνα με το άρθρο του Timothy Matthews στο Catholic Insight, βασική στρατηγική για την καταστροφή της Δυτικής κουλτούρας και της χριστιανικής πίστης είναι η εξάρτηση των πολιτών από τα επιδόματα του Κράτους και κατά συνέπεια η υποβάθμιση της εργασίας ως μέσον βιοπορισμού.
Οι πολίτες πρέπει να εξαρτώνται για τον βιοπορισμό τους άμεσα από το Κράτος και όχι από την προσωπική εργασία τους. Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα μεταξύ της εργασίας και των επιδοματικών πολιτικών βρίσκουμε κατά την σύγκριση  των οικονομικών μοντέλων μεταξύ της πρώην Δυτικής και Ανατολικής  Γερμανίας.
Οι εργαζόμενοι της Δυτικής Γερμανίας με την προσωπική τους προσπάθεια και με την αγάπη τους για την εργασία, υπό την ηγεσία του Κόνραντ Αντενάουερ μπόρεσαν να μετατρέψουν την Δυτική Γερμανία από χώρα ναζιστική και κατεστραμμένη από τον Πόλεμο, σε χώρα πλούσια με ισχυρότατους δημοκρατικούς θεσμούς. Δεν είναι τυχαίο ότι τα δύσκολα χρόνια της ανασυγκρότησης της Δυτικής Γερμανίας ηγέτης της ήταν ο Κόνραντ Αντενάουερ που θεωρείται ο σπουδαιότερος Γερμανός όλων των εποχών και ο οποίος ήταν ένας πιστός και ειλικρινής χριστιανός.
Αντίθετα υπό την ηγεσία των άθεων κομμουνιστών η Ανατολική Γερμανία μετετράπη σε μία χώρα με ανελεύθερο καθεστώς που δέσποζε η ΣΤΑΖΙ η μυστική υπηρεσία κατατρομοκράτησης των «συντρόφων(πολιτών)», όπου οι εργαζόμενοι εξαρτιόνταν από την επιλεκτική οικονομική πολιτική του κράτους. Η πολιτική αυτή οδηγούσε στην εξάρτηση των «συντρόφων» από τα επιδόματα με αποτέλεσμα να οδηγούνται οι εργαζόμενοι σε τεμπελιά και ραθυμία που έκανε πολύ ευκολότερο, για την εξουσία, την ποδηγέτηση και τον διαρκή έλεγχο τους. Είχαν καταφέρει να επιτύχουν την ευπείθεια, την υποταγή και την συναίνεση των μαζών για αρκετά χρόνια χρησιμοποιώντας και τον πλούτο που παρήγαγαν αυτές, οι ίδιες, οι μάζες.
Την ίδια πολιτική ακολουθούν και οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Αφαιρούν την περιουσία των Ελλήνων πολιτών, είτε με σφαγιασμό των συντάξεων για τους συνταξιούχους, είτε τσακίζοντας στην φορολογία τους μισθωτούς και τους ελεύθερους επαγγελματίες, είτε διαλύοντας με τις ασφαλιστικές εισφορές τους επιχειρηματίες και τις επιχειρήσεις. Παίρνουν δέκα και επιστρέφουν ένα. Υλοποιούν την επιδοματική τους πολιτική, διαχειριζόμενοι τον πλούτο των πολιτών, με κύριο στόχο την υποδούλωση των πολιτών στο Κράτος, δημιουργώντας μία κουλτούρα άμεσης εξάρτησης του πολίτη από το  Κράτος και κατά συνέπεια απ’ αυτούς που ασκούν την εξουσία, και δευτερευόντως εξαγοράζουν ψήφους, προσφέροντας ελεημοσύνη στον λαό. 
Η Σχολή της Φρανκφούρτης δια των οργάνων της, όπως ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς(ΣΥΡΙΖΑ) προσπάθησε να γεμίσει με βρωμιές και σκουπίδια τον Δυτικό πολιτισμό, αλλά σίγουρα αυτό που πέτυχε είναι να μετατρέψει τις ψυχές των οπαδών της σε ένα απέραντο σκουπιδαριό. 
Θα αποδεχθούμε τα όργανά της να κάνουν και τις δικές μας ψυχές και τις ψυχές των παιδιών μας σκουπιδότοπο;
Σε λίγο θα έχουμε εκλογές. Οι μάσκες έχουν πέσει από όλους. Δεν μπορούμε πλέον να ισχυριστούμε ότι δεν ξέραμε. Ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία να πάρουμε τις ζωές μας και την πατρίδα μας πίσω και να δώσουμε προοπτική στον τόπο μας και ελπίδα στους Έλληνες.



Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Ο φασισμός των αντεξουσιαστών


Eπίθεση δέχθηκαν νωρίς το μεσημέρι αστυνομικοί της Ομάδας Δίας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, με συνέπεια να τραυματιστούν τέσσερεις εξ αυτών. Πραγματοποιήθηκε από 50 τουλάχιστον αντιεξουσιαστές. Οι αστυνομικοί ήταν μάρτυρες κατηγορίας σε μια υπόθεση αναρχικών και στη διάρκεια της δίκης δέχθηκαν φραστικές επιθέσεις εντός της αιθούσης.  

Στη συνέχεια όμως το τεταμένο κλίμα μεταφέρθηκε εκτός της αιθούσης, και ένας εκ των αναρχικών απείλησε αστυνομικό ότι θα τον σφάξει με αποτέλεσμα τα πνεύματα να οξυνθούν. Οι αντιεξουσιαστές επιτέθηκαν στους αστυνομικούς με κράνη και γροθιές με αποτέλεσμα τον τραυματισμό και την διακομιδή των τεσσάρων αστυνομικών στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο. 

Η παραπάνω πράξη είναι άδικη, αντιδημοκρατική και βίαιη. Εκφράζει απολυταρχική ιδεολογία η οποία μάλιστα έγινε εις βάρος ανθρώπων που η πολιτεία χρησιμοποιεί για την προστασία της.

Εντύπωση μας κάνει ότι ελάχιστες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες ανέφεραν το γεγονός. Φαίνεται ότι αυτή είναι είδηση μη δημοσιεύσιμη.